γέρας


γέρας
γέρας, Ehrengabe, welche ein Fürst, ein Anführer, von der Kriegsbeute außer dem gewöhnlichen, gleichen Anteile, der μοῖρα empfing. Weil ein solches γέρας allein den Fürsten zukam, als Anführern, heißt die Königswürde selbst geradezu γέρας. So nicht nur vom eigentlichen Könige, sondern auch von den zwölf vornehmen Phäaken. Ferner sind die Opfer ein γέρας der Götter; sich des Kämpfens zu enthalten und auf das Ratgeben zu beschränken ist ein γέρας der Alten; ein feierliches Begräbnis und ein Grabdenkmal ist ein γέρας der Gestorbenen; sich zum Zeichen der Trauer das Haar zu scheren und Tränen zu vergießen ist das einzige γέρας der elenden Sterblichen; dem verkleideten Odysseus schleudert Ktesippos, einer der Freier einen Ochsenfuß zu; die Rede wird mit der Bemerkung eingeleitet, daß der Bettler eine μοῖρα ἴση am Gastmahle schon längst habe; Gegensatz ist dann das ξείνιον. Das besondere gute Stück, was ein vorzüglich zu ehrender Tischgenosse vor dem gleichen Anteil an der Mahlzeit voraus empfängt, heißt ein γέρας des Empfängers; übh. Geschenk

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γέρας — το (AM γέρας) 1. αριστείο, βραβείο, έπαθλο αρχ. 1. (για νεκρούς) η επιθανάτια τιμή 2. προνόμιο ή δικαίωμα που παρέχεται σε βασιλείς ή ευγενείς 3. δώρο 4. η αμοιβή που έπαιρναν οι ιερείς στις θυσίες ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. ήδη ομηρική, ίσως δε και… …   Dictionary of Greek

  • γέρας — γέρᾱς , γέρας gift of honour neut gen sg (attic doric ionic aeolic) γέρας gift of honour neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γέρας — Γέρᾱς , Γέρης masc acc pl Γέρᾱς , Γέρης masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γέρας, δήμος — Νέος δήμος (6.985 κάτ.) του νομού Λέσβου, που συστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τις πρώην κοινότητες Μεσαγρού, Παλαιοκήπου, Παππάδου, Περάματος, Πλακάδου και Σκοπέλου, οι οποίες καταργήθηκαν. Έδρα του δήμου ορίστηκε ο… …   Dictionary of Greek

  • γέραα — γέρας gift of honour neut nom/voc/acc pl (attic epic ionic) γέρας gift of honour neut nom/voc/acc dual (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεράεσσι — γέρας gift of honour neut dat pl (attic epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεράεσσιν — γέρας gift of honour neut dat pl (attic epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεράων — γέρας gift of honour neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερῶν — γέρας gift of honour neut gen pl (attic epic ionic) γεράζω honour fut part act masc voc sg γεράζω honour fut part act neut nom/voc/acc sg γεράζω honour fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέρασι — γέρας gift of honour neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέρασιν — γέρας gift of honour neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.